Friday, July 11, 2008

ΚΟΥΜΠΑΡΟΔΑΝΕΙΟ!!!


«Διακοπούλες που θα κάνουμε???», ξεχνιέμαι και ρωτάω χαρωπά ένα γνωστό που πέτυχα στο δρόμο προχτές. Μου τη σπάει αυτή η ερώτηση γιατί ποτέ δεν ξέρω τι θα κάνω μέχρι τα μέσα Ιουλίου τουλάχιστον! Μαλακία θα μου πείτε, ένας σκασμός λεφτά χαμένα αφού όταν το έχεις κανονίσει από νωρίς είναι καλύτερα, αλλά δεν την αντέχω αυτή την ψυχασθένεια του να κλείνουν όλοι τα πακέτα τους πριν το Πάσχα και αυτό να αποτελεί το θέμα μας ΟΛΟ το Πάσχα. Άσε που παλιότερα, κάποιες φορές που όντως κανόνισα κάτι σα φρόνιμο κοριτσάκι νωρίς νωρίς μες τη χαρά και την οργάνωση..κατά σατανική σύμπτωση όταν έφτασε η ώρα του ταξιδιού, δε μπορούσα η ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ να πάω! Δε μπορούσα γιατί αρρώστησα, νοσηλεύτηκα, έγινε μαλακία με τη δουλειά, άλλαξα δουλειά και δεν είχα άδεια, τσακώθηκε η παρέα, τσακώθηκα εγώ, έπεσε θανατικό, έκλεισε το πρακτορείο, γαμήθηκε το σύμπαν, πάντως εγώ ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ.
Δεν ήθελα γιατί έσκασε κάτι καλύτερο, άλλαξα γνώμη, έσκασε έκτακτη συμμετοχή που δεν τη γούσταρα καθόλου (είμαι λίγο μπίου σ’αυτά..), πρόλαβα κι’έφαγα τα λεφτά μου αλλού, χώρισα η ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ Ιούνιο βρε αδερφέ και δε θέλω να πάω εκεί που είχα κανονίσει από το Μάρτη, θέλω να μπω σ’ένα τυχαίο καράβι με το μωράκι κι’ας είναι και ο σκυλοπνίχτης που κάνει το δρομολόγιο Γύθειο-Κρήτη ( μη μπείτε ποτέ, θα ζητήσετε να ξαναπάτε σχολείο να ξαναγράψετε διαγώνισμα για τη Μικρασιατική καταστροφή αφού αυτή τη φορά θα γράψετε 20!).

«Στην Αγία Σκέπη του Παπάγου», μου απαντάει με βλέμμα σκοτεινό (ο γνωστός που λέγαμε). Παντρεύω το Σεπτέμβριο…
«Ε και»??? ρωτάω αθώα εγώ.
«Εχεις παντρέψει ποτέ?», με ρωτάει σαρκαστικά.
«Όχι, αλλά ξέρεις εμένα οι κολλητοί μου φίλοι δεν έχουν αρχίσει ακόμη να παντρεύονται (μη σου πω πως οι περισσότεροι ζουν στο πατρικό τους!) και δεν έτυχε, όταν όμως αρχίσουν σίγουρα θα…»
«Σίγουρα να ΜΗΝ!», μου απαντάει αποφασιστικά και για την επόμενη μισή ώρα ακούω αναλυτικά τον κατάλογο των εξόδων του και έχω ΚΑΡΑΦΛΙΑΣΕΙ! (Μη με ξεσυνερίζεστε, μου λείπουν οι επαναλήψεις του Ρετιρέ…)

«Γαμώ την πουτάνα μου!», ξεφωνίζει η κολλητή μου που έχουμε μεγαλύτερη οικειότητα, στο τηλέφωνο. 7 Σαββατοκύριακα κλεισμένα! 4 γάμοι και 3 βαφτίσια! Και θα ξεφραγκιάσω ΚΑΙ δε θα πάω πουθενά αλλού! Ο ένας γάμος είναι στη Μύκονο, ο άλλος στο Κουφονήσι και τα βαφτίσια στην Τήνο
«Σόρι, πρέπει να πάς σε ΟΛΑ αυτά???» ρωτάω εμβρόντητη (ξενέρωσα μόνο που το σκέφτηκα…)
«Ο ένας γάμος είναι της ξαδέρφης, ο άλλος του διπλανού εκατό χρόνια στο γραφείο, το ένα βαφτίσι της άλλης ξαδέρφης και το άλλο βαφτίσι της Μαιρούλας που την ξέρω από πέντε χρονών! Εσύ τι λες, να μην πρέπει να πάω??? Ευχαριστώ λέω μόνο που είχαν έτοιμους κουμπάρους και τη γλίτωσα!»

«Τι κάνεις εσύ εδώ???», πετυχαίνω παλιό συνάδελφο στην Εθνική…
«Κουμπαροδάνειο», γελάει…παντρεύω τον κολλητό και μ’έχουν πηδήξει χωρίς σάλιο!»
«Και θα πάρεις καταναλωτικό»?? ξεκαρδίζομαι!
«Λες να τα’χω και να τα κρύβω ρε βλαμμένο?», γελάει (σωστό…)
«Ε, τότε γιατί είπες ναι??? Να βρίσκανε άλλον!»
«Δε γίνονται ρε συ αυτά, το’χουμε πει με τον Κωστή πως θα αλληλοπαντρέψουμε από φοιτητές! Είσαι μικρή ακόμη, θα τη φας κι’εσύ την πίκρα…»

Οι δικοί μου φίλοι ελπίζω αν και όταν έρθει η ώρα να μην είναι τέτοιες ψωνάρες σαν τους δικούς τους που είναι ικανοί να χαλάσουν 200 χιλιάρικα για ένα βράδυ.
Ακόμη κι’αν έχουν και θέλουν να τα χαλάσουν, πρόβλημά τους και όχι του κουμπάρου.
Πλην του ελάχιστου νορμάλ κόσμου που έχει απομείνει και παντρεύεται γιατί αυτό ακριβώς θέλει να κάνει, να παντρευτεί ήσυχα και όμορφα, οι υπόλοιποι μάλλον θα έπρεπε να πιάσουν δουλειά στο αντικείμενο του management πολυτελών εκδηλώσεων, παρά να παντρευτούν οι ίδιοι! Και να καταχρεώνουν και άλλους!

«Έτσι παντρεύεστε όλοι εδώ???», με ρωτούσε έκπληκτος ο Ελβετός συνεργάτης του πατέρα της φίλης μου στο γάμο της φίλης μου πέρσι τέτοιο καιρό. «Στην Ελβετία πρέπει να είναι ο πατέρας σου πρέσβης για να κάνεις τέτοιο γάμο!» Ο τύπος είχε πάθει πλάκα με το κτήμα, την πισίνα και τους δύο χιλιάδες καλεσμένους (το ζευγάρι δεν ήξερε ούτε τους μισούς και ο κουμπάρος έδωσε κάπου χίλια ευρώ για τις λαμπάδες όπως με πληροφόρησε - μα ποιος προσέχει τις λαμπάδες???)

«Θα έρθουν οι πολύ κολλητοί από Αθήνα αλλά θα πληρώσω σε όλους το ξενοδοχείο», μου ανακοίνωσε ο ξάδερφός μου όταν ήταν να παντρευτεί .Στην επαρχία. Ξέρω πως θα νιώσουν υποχρεωμένοι να έρθουν και δε θέλω να μπουν σε έξοδα, φτάνουν τα δώρα και οι βενζίνες».
«Τα έχεις?» τον ρώτησα.
«Αν δεν τα είχα θα έκανα πολιτικό» μου απάντησε.
Οι δύο φίλοι που τον πάντρεψαν δεν έδωσαν ούτε ευρώ, μόνο το δώρο τους.
Φυσικά ΔΕΝ έκανε κρεβάτι (κι’όμως, την κάνουν ακόμη αυτή τη μαλακία και το θεωρώ τη μεγαλύτερη ρομπιά που υπάρχει και μη μου πείτε πως το ζητάνε οι γονείς γιατί οι γονείς μπορεί να θέλουν και να παντρευτείς το γιό του χασάπη απέναντι που έχει και εξοχικό στο Διακοφτό αλλά εσύ θες το μωρό σου που θέλει να μεταναστεύσει σε φυτεία μπαμπού στη Χιλή και να τους γράφετε…)

«Δε μπορούμε ρε συ, έχουν αρχίσει οι δόσεις για το δάνειο του γάμου», μου εξομολογείται η Ι. όταν τη ρωτάω πότε θ’αλλάξει επιτέλους το σαραβαλάκι της…
Η Ι. και ο Δ. είναι στα 40 και συζούν από τα τριάντα. Δέκα χρόνια στο ίδιο σπίτι, σαν παντρεμένοι δηλαδή. Το Σεπτέμβριο που μας πέρασε παντρεύτηκαν και δανείστηκαν 70.000 ευρώ για το σκηνικό εκτός των υπολοίπων εξόδων. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και «φτωχοί», έχουν ούτως η άλλως οικονομικό πρόβλημα. Κι’όμως, για ένα βράδυ επιβάρυναν κι’άλλο την ήδη καταχρεωμένη ζωή τους. Και τους γονείς τους, ντροπή!

Μάλλον κάποιους τους πρόσβαλα ήδη και συγγνώμη, αλλά θεωρώ τον κυριλλέ θρησκευτικό γάμο γελοίο. Σιχαίνομαι κάτι φασιστογκαγκά σαν τον Άνθιμο αλλά έχει δίκιο. Εφ’όσον υπάρχουν ακόμη πέντε ρημαδοάνθρωποι σ’αυτή τη χώρα που είναι αληθινοί Χριστιανοί (και δεν εννοώ το συνάφι του), ας πηγαίνουν στις Εκκλησίες μόνο εκείνοι που ξέρουν γιατί πηγαίνουν. Οι περισσότεροι γάμοι δεν υστερούν σε σχέση με ένα (αποτυχημένο) ντεφιλέ του Μάρκελλου Νύχτα και φυσικά η πλειοψηφία των νυμφευόμενων έχει τη θρησκεία γραμμένη στα παπάρια της και καλά κάνει αφού είναι νέοι άνθρωποι και τους ενδιαφέρει μόνο το πάρτυ μετά. Περιττή λοιπόν η στάση στο Ναό. Και (άλλος) ένας σκασμός λεφτά για το νυφικό. Και ο καημένος ο πατέρας να ξεπουλάει χωράφια για να χρηματοδοτήσει τη σεμνή αυτή τελετή.
Κατά τ’άλλα όντως, τι καλύτερο από το να σου περισσεύουν δυο τρία χιλιαρικάκια και να μπορείς να οργανώσεις μία υπέροχη βραδιά όπου τα φιλαράκια σου θα πιούνε τζαμπέ, είτε παντρεύεσαι είτε όχι. Να σου περισσεύουν όμως!

Για μια ακόμη φορά ευχαριστώ που ανεχτήκατε το καλοκαιρινό μου παραλήρημα!
Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Δεν ξέρω ακριβώς πότε, γιατί είπαμε, ακόμα παίζει το πότε θα διακτινιστώ στην πρώτη δόση διακοπών!


ΥΓ: Αυτή η μπούρδα με τα περιστέρια πότε έγινε της μοδός???

Και πάλι σόρι αν το εχει κάνει κάποιος από'σας στο γάμο του, αλλά αυτό το πέταγμα στην ελευθερία μάλλον στα διαζύγια ταιριάζει και θα έπρεπε να τα αμολάνε έξω από το συμβολαιογραφείο...

Thursday, July 3, 2008

Γκρεμισμένος φούρνος...




Ο φούρνος γκρεμίστηκε γιατί σήμερα θα παίξω ένα μπλογκοπαίχνιδο.
Δηλώνω εκ των προτέρων πως δε θα υπάρξει δεύτερο μιας και τα βαριέμαι απίστευτα αφ’ενός, θέλω να ανεβάζω κάτι δικό μου όταν κάνω ανάρτηση,(όχι και πολύ συχνά δηλαδή) , αφ’ετέρου.
Άσε που για μία ακόμη φορά συμφωνώ με το Νικόλα!

Η σημερινή εξαίρεση λοιπόν είναι αφιερωμένη σε δύο πολύ πολύ πολύ καλούς φίλους, την Αρτάνις και τον Κούλπα που με σκέφτηκαν και με κάλεσαν!
Ζητώ επίσης ταπεινά συγγνώμη από όλους όσους με έχετε καλέσει παλιότερα χωρίς ανταπόκριση!

3 προτάσεις λοιπόν για τους πολιτικούς μας?

1:
Κύριε Καταλληλότερε:
Κάπου είχα διαβάσει πως ο μέσος Έλληνας σας συμπαθεί γιατί του θυμίζετε τον εαυτό του. Δουλεύετε τετραωράκι και αν, σπουδάζατε εκατό χρόνια, σας βόλεψαν με το ζόρι στη δουλειά του θείου την οποία είναι πασιφανές πως βαριέστε απίστευτα και αν προσπαθήσει να μει κανείς στο μυαλό σας εκεί μέσα θα βρει καταχωρημένα μόνο έξι γράμματα…
Κ-Ο-Ψ-Ι-Δ-Ι.
Μέχρι εδώ καλά. Ταιριάζουμε. Κι’εγώ είμαι τεμπέλα και καλοπερασάκιας. Άρα , αν μου πρότειναν να κυβερνήσω τη χώρα θα μουρμούριζα «Που να τρέχεις…» και θα γύριζα πλευρό.
Εσείς δεχτήκατε.
Άρα είστε κακός άνθρωπος.
Όπως ο κομμάτιας που ξέρει ότι αν έχει κατεβάσει 5 ποτήρια αμόλυβδη και πιάσει τιμόνι θα φάει άνθρωπο κι’όμως το κάνει.
Αν μπορούσα να σας ζητήσω μία μεγάλη χάρη, αυτή θα ήταν να πάτε να πνιγείτε (μαζί με τους υπόλοιπους 300).
Μία μικρή χάρη? Εξαφανίστε από τη ζωή μας οτιδήποτε τελειώνει σε –ΟΠΟΥΛΟΣ και ανήκει στο επιτελείο σας. Ειλικρινά δε μπορώ ν’αποφασίσω ποιος με βιδώνει πιο πολύ, θα βοηθήσουν οι καλοί μου αναγνώστες!
Στο διαγωνισμό μπορεί να συμμετέχει και ο συναγωνιστής Τσοχατζόπουλος χαριστικά!
Τέλος, έχουμε κι’ένα θεματάκι εδώ…έτσι δεν είναι?

2:
Κοίτα τώρα δίλημμα. Συμπαθώ τον Αλέκο και δε χωνεύω ιδιαίτερα τον Αλέξη!
Δε μπορώ να φανταστώ πως θα ήταν τα πράγματα αν κάποτε κυβερνούσε ο ΣΥΝ, διαθέτει όμως ένα αξιολογότατο στέλεχος το οποίο θα ψήφιζα με κλείστά τα μάτια, τον Παπαγιαννάκη. Ξεκαθαρίζω πως δε βαράω σκάλωμα με καμία παράταξη και δεν έχω ιδέα από πολιτική, τον είχα ακούσει όμως μία φορά να μιλάει και μου είχε κάνει κλικ και από τότε τον παρακολουθώ.

Η Αλέκα μου θυμίζει τη διευθύντρια στην πρώτη μου δουλειά που με κοιτούσε με το βλέμμα της (αγάμητης) αγελάδας εξηγώντας μου ήρεμα σα να μιλάει σε μόγγολο πως την επομένη θα πρέπει να βρίσκομαι ταυτόχρονα σε δύο μέρη την ίδια ώρα…(τουτέστιν δε θα είμαι αντικειμενική).


3:
Ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ παίζει να είναι ένας από τους εξυπνότερους πολιτικούς που διαθέτει η χώρα αυτή τη στιγμή. Κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα. Κάποια στελέχη του μάλλον τα επιλέγει ψυχρά και ορθολογιστικά σε μία επιτυχημένη προσπάθεια να εισχωρήσει στο μυαλό του σιχαμένου μεν, πολλαπλασιαζόμενου δε Ελληνάρα. Πιστεύω πως αν τα παιδιά του έμοιαζαν με κάποια από τα στελέχη του θα καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που δε βάρεσε καμιά μαλακία αντί να γίνει το κακό.
Ελπίζω στις επόμενες εκλογές να μην του ρίξουν πάλι απέναντί το θανατηφόρο αυτό πύραυλο γιατί θα τον καταλυπηθώ…


4: Που είναι ο Άλεξ?

Thursday, June 26, 2008

ΘΛΙΨΗ.



Θλίψη...

Μια φορά και έναν καιρό, αυτή ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Σήμερα, ο μπαμπάς είναι στη φυλακή, το εξάχρονο κοριτσάκι σε ίδρυμα και η αρκούδα στο κλουβί ενός ζωολογικού κήπου, όπου αρνείται πεισματικά να φάει. Διότι στην περίπτωσή τους, ο ινδικός νόμος εξάντλησε όλη την αυστηρότητά του χάνοντας τελικά το δίκιο του. Ο 35χρονος Ραμ Σινχ Μούντα, βλέπετε, βρήκε την αρκούδα μωρό, εγκαταλελειμμένη από τη μητέρα της, στα δάση της Ινδίας. Η αρκουδίτσα βαφτίστηκε Rani, Βασίλισσα, και έγινε η χαρά του σπιτιού- ορφανή από μητέρα είχε μείνει πρόσφατα και η κόρη του. Αλλά τελικά η ιστορία μαθεύτηκε και οι αρχές θυμήθηκαν τους νόμους περί αγρίων ζώων. Ακτιβιστές υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων προσπαθούν τώρα να επανενώσουν την οικογένεια.
Και η απορία μου είναι η εξής:
Ο.Κ, ο Νόμος είναι Νόμος, αλλά κάποιες φορές δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψην οι ανθρώπινοι παράγοντες κατα τη διαδικασία μιας απόφασης?
Δεν αναφέρομαι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μου έρχονται κι'άλλες στο μυαλό, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Thursday, June 19, 2008

DOWN TOWN!


Προάστιο η κέντρο?
«Είσαι τρελή», αναφωνεί η μάζα όταν δηλώνω απερίφραστα υπέρ του κέντρου.
Τα τελευταία δύο χρόνια μετακινούμαι μεταξύ ενός δυαρίου σε γνωστή και παμπάλαια περιοχή τίγκα κέντρο και του μανουλόσπιτου που είναι μια μονοκατοικιούλα σε προάστιο. Εδώ και ένα χρόνο το μανουλόσπιτο έχει κερδίσει points μιας και αφ’ενός ανάρρωνα από το περσινό σφάξιμο, αφ’ετέρου δούλευα πολύ και η δουλειά είναι δίπλα στο μανουλόσπιτο και μου’πεφτε κομματάκι βαρύ το ταξίδι στο κέντρο κατά τις 11 το βράδυ που ξεμπέρδευα. Η επίσημη βάση πάντως παραμένει το κεντράκι. Και είμαι έτοιμη να καταρρίψω ένα-ένα τα χαζά επιχειρήματα εναντίον του κέντρου που μου χτυπάνε συνεχώς κάποιοι για τους οποίους το ταξίδι στην πλατεία Εξαρχείων ισοδυναμεί με πενθήμερο στη μαγευτική Ουγκάντα.

1: Πολλοί μετανάστες.
Αρνούμαι και να το σχολιάσω. Προτιμώ στο δρόμο να κυκλοφορεί οποιοσδήποτε, παρά ΚΑΝΕΝΑΣ (θα αναλυθεί παρακάτω).

2: Εγκληματικότητα.
Α χα χα! Κατά πρώτον αν παρακολουθήσετε το εγκυρότατο δελτίο του Alter, θα διαπιστώσετε με φρίκη πως οι περιοχές με τον υψηλότερο δείκτη εγκληματικότητας είναι το Μαρούσι, η Αγία Παρασκευή, ο Γέρακας και τα Μεσόγεια. Και όχι το κέντρο (του οποίου παρεμπιπτόντως αντιπροσωπευτικό δείγμα δεν αποτελεί βεβαίως η Μενάνδρου, χαίρω πολύ!)

Το διαμέρισμα στο κέντρο έχει ληστευτεί μόνο μια φορά και αυτό Δεκαπενταύγουστο.
Μόνο τότε θα μπορούσαν, εφ’όσον βρισκόμαστε στον έκτο με άλλα τέσσερα διαμερίσματα στον ίδιο όροφο. Ήταν μαλιστα τόσο ευγενείς, που τηλεφώνησαν άπειρες φορές στο σταθερό να τσεκάρουν εκατό τοις εκατό πως δεν είμαστε μέσα, διαπιστώσαμε από τις αναπάντητες με απόρρητο.

Αντιθέτως, το πατρικό μου έχει στην κυριολεξία καταληστευτεί. Μας το έχουν ανοίξει τουλάχιστον έξι φορές. Τις περισσότερες δεν υπήρχε κάποιος μέσα. Όμως δε λείπανε τριήμερο ή κατι τέτοιο, οι διαρρήξεις έγιναν πχ γύρω στις 11 το πρωί που η μαμά μου είχε βγεί μία ώρα πχ για να πάει στη λαική (τουτέστιν μπορεί και να γύριζε). Πριν εννιά χρόνια ακριβώς ο ληστής μπήκε θρασύτατα μέσα στο δωμάτιό μου νύχτα, την ώρα που κοιμόμουν. Φανταστείτε τι έπαθα. Ευτυχώς αρχισα να ουρλιάζω και ο Χοντρός Σεκιούριτι να γαβγίζει και ο τύπος έφυγε τρέχοντας. Προφανώς ήταν ανειδίκευτος αλλιώς αυτή τη στιγμή θα σας έγραφα από την κόλαση.
Φυσικά τα ουρλιαχτά μου δεν τα άκουσε κανείς εφ’όσον τότε υπήρχαν μόνο πολύ-πολύ αραιές μονοκατοικίες στη γειτονιά, μόνη μου πήρα τους μπάτσους ανακαλύπτοντας με φρίκη πως καλύτερα θα μπορούσα να έχω συνεννοηθεί με το διαρρήκτη παρά ‘αυτούς. Από τότε η διανυκτέρευση σε μονοκατοικία μόνη μου δεν παίζει στο χάρτη. Delete.

3: Ησυχία στο δρόμο.
Δεν τη θέλω ακριβώς για τους λόγους που ανέλυσα παραπάνω. Στο κέντρο ότι ώρα και να γυρίσω σπίτι, νιώθω ασφαλής. Πάντα κυκλοφορεί κόσμος στο δρόμο και τα φώτα είναι ανοιχτά. Κι’ένας να κάνει μαλακία, αν φωνάξεις εμφανίζονται δέκα πρόθυμοι να καθαρίσουν. Αντιθέτως, η διαδρομή από την πλησιέστερη στάση του μετρό στο πατρικό μου, διαρκεί ένα τέταρτο και ισοδυναμεί με το sequel του express του μεσονυχτίου…Με το που θα σκοτεινιάσει ειλικρινά στο δρόμο δεν κυκλοφορεί κουνούπι. Φοβάμαι. Δε μου έχει τύχει κάτι πολύ-πολύ τραγικό, αλλά ένας τσαντάκιας και ένας επιδειξίας που μου έχουν τύχει στο κέντρο θα κάνανε τη δουλειά τους και θα φεύγανε, κι’εδώ αυτό έκαναν αλλά και να ήθελαν να με σκοτώσουν θα ήταν απίθανο να ανακαλύψει κάποιος το πτώμα μου αν δεν είχαν περάσει τρεις ώρες από το ντου. Πόσο μαλλον να με βοηθήσει…Σε φίλους από την περιοχή έχουν συμβεί και χειρότερα, με αποκορύφωμα τελευταία τις συνεχείς κλοπές αυτοκινήτων από το πανέρημο μετρό.

Ούτε το μεσημέρι δεν κυκλοφορεί άνθρωπος εδώ. Όταν περπατάω γύρω στις 3 με 4, η περιοχή μου θυμίζει τη μέρα που άρχισε η κατοχή και οι κάτοικοι κλείστηκαν στα σπίτια και κρυφοκοίταζαν τα τανκς! Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, θέλω ΚΟΣΜΟ στο δρόμο, μέρα-νύχτα. Και αυτοκίνητα. Δε με πειράζει..

4: Η μονοκατοικία ισοδυναμεί με ηρεμία.

ΛΑΘΟΣ.. Εξαρτάται από τις συνθήκες Βλέπετε, δίπλα από το πατρικό το δικό μου, έχτισε σπίτι η οικογένεια Άνταμς. Τους αξίζει ένα ξεχωριστό ποστ κάποια στιγμή. Αρκούμαι στο να αναφέρω προς το παρόν πως ο θόρυβος που παράγουν ισοδυναμεί με τα ντεσιμπέλ δέκα νηπιαγωγείων και είκοσι παιδότοπων μαζί. Αν δεν υπήρχε το Χοντρό Όνειρο (όταν έχεις κατοικίδιο πρέπει να τα πηγαίνεις καλά με τους γείτονες) θα είχαμε βριστεί πολύ-πολύ άσχημα. Και αυτή τη στιγμή που σας γράφω και είναι 16:30 ουρλιάζουν σαν υστερικοί λύκοι.
Συμπέρασμα: Καλύτερα νορμάλ γείτονας μεσοτοιχία στην πολυκατοικία παρά θορυβώδης στην εξοχή…

Όταν δεν έχεις ζήσει κάπου, είναι σχέτος ρατσισμός το να θεωρείς ψυχανώμαλο τον άνθρωπο που το επιλέγει. Ακόμη και οι δικοί μου φρικάρουν όταν συνειδητοποιούν πως αποκλείεται να ζήσουμε κάποτε στο σπίτι στα προάστια που κάποτε θα μας κληροδοτηθεί. Γούστα είναι αυτά. Μία μονοκατοκιούλα στα προάστια μπορεί άνετα να πουληθεί και να σου πρσφέρει εκείνο το τριαράκι που ονειρευόσουν από φοιτήτρια στην Καλλιδρομίου (που έχει και ησυχία…). Ή εκείνο το ερειπιάκι στο Θησείο που το πουλάνε κοψοχρονιά και μακάρι να είχες το κεφάλαιο να το παρεις και να το ανακαινίσεις. Και μία βόλτα εκεί ειδικά τώρα που καλοκαίριασε νομίζω πως μπορεί να πείσει ακόμη κι’αυτή την ξεχωριστή κατηγορία των στριμμένων του «Πως μπορείς και ζεις μες τη βρώμα και τους αλλοδαπούς σ’ένα μέρος που εγώ δε γνωρίζω γιατί δεν έχω πατήσει ποτέ και βλέπω πολλές ειδήσεις!»

Thursday, June 12, 2008

KOMMATIA...



Εργασιομανείς…τους μισώ! Τους δύο τελευταίους μήνες δουλεύω ασταμάτητα. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ, Σάββατο, Κυριακή…ούτε μισή ώρα διάλειμμα για να φάω κάτι σαν άνθρωπος και όχι σάντουιτς Everest στο χέρι.( το οποίο δε θέλω να ξαναδώ ζωγραφιστό όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι). Ένας συνεχής πονοκέφαλος εγκατεστημένος στο κεφάλι μου και μια συνεχής κόπωση στα μέλη του σώματός μου.
Νομίζω πως πρωταγωνιστώ σε ένα φριχτό video game του οποίου τα levels ανεβάζει συνεχώς κάποια άγνωστη σαδίστρια που κάποτε της έφαγα το γκόμενο κι αυτή έμπλεξε με την ινδική φιλοσοφία καταφέρνοντας να ρυθμίσει τη ζωή μου με τη σκέψη της και μόνο. Εννοείται πως ο αυτόματος πιλότος – σωτήρας ρυθμίζει μεν την εργασιακή ζωή μου, αδυνατεί δε πλέον να απαντήσει σε απλούστατες ερωτήσεις όπως «(Τι) έφαγα σήμερα??», «Τι δουλειά έχει αυτό το cd στην τσάντα μου που το πρωί δεν υπήρχε?», «Με ποιόν μίλησα πριν μερικά δευτερόλεπτα στο τηλέφωνο και του είπα πως θα τον παρω πίσω?», «Γαμώτο, χτες ήταν τα γενέθλια???»…

Αν συνέχιζα έτσι το πιο πιθανό θα ήταν σε λίγο καιρό να μη θυμόμουν το ΑΦΜ, το σπίτι μου, αν έχω αδέρφια και το πώς βάζουμε ένα κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο. Μπορεί να ξεχνούσα και πως να παίζω πιάνο, πράγμα που ούτε οι αμνήμονες δεν το παθαίνουν. Έχω βαρεθεί να απολογούμαι σ’όλο τον κόσμο για την έλλειψη χρόνου μου, έχω κουραστεί να ακούω ειρωνικά σχόλια του στυλ «Καλέ τι κάνεις, την προίκα σου μαζεύεις??? Έλεος! »
‘Ελεος κι σύ και σου διαφεύγει προφανώς πως τους δύο επόμενους μήνες ΔΕ δουλεύω και θα τρώω την προίκα μου πίνοντας μπυρόνια στην παραλία στην υγειά σου! Θα σου στέλνω και μηνυματάκια στο γραφείο να δούμε πως θα γουσταρίζεις!»
Πρώτο συμπέρασμα λοιπόν: Δεν πρέπει να πρήζουμε τον κόσμο που δουλεύει πολύ! Προφανώς, είτε έχει τους λόγους του, είτε δε μπορεί να κάνει αλλιώς!

Αυτό που δε μπορώ εγώ να καταλάβω, εξαιρώντας απ’αυτή μου την ηλίθια απορία τους φίλους καλλιτέχνες, είναι το πώς γίνεται κάποιος να ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ να δουλεύει τόσο πολύ ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ! Ξέρω πολύ κόσμο που βαράει δωδεκάωρα, όχι βέβαια οικειοθελώς, αλλά ταυτόχρονα βαράει και οχτακόσιες χριστοπαναγίες την ημέρα επί τούτου και τα νεύρα του δεν είναι καθόλου μα καθόλου καλά. Ξέρω και κόσμο που κάθε μέρα ξυπνάει με δέκατα εξαιτίας της υπερκόπωσης. Ξέρω κόσμο που ο μοναδικός λόγος για τον οποίο παλεύει να μπει στο δημόσιο δεν είναι ούτε η μονιμότητα, ούτε τα (ενδεχομένως) καλύτερα χρήματα, ούτε οι άδειες, αλλά το πολυπόθητο οκτάωρο. Ξέρω κόσμο που έχοντας μια οικονομική άνεση, προσπαθεί να δουλεύει όσο το δυνατόν λιγότερο εφ’όσον τα έξτρα εισοδήματά του του επιτρέπουν να απασχολείται λίγες ώρες με πενιχρή αμοιβή. Και καλά κάνει.

Ξέρω όμως και κόσμο, λίγους βέβαια, που ΠΟΡΩΝΟΝΤΑΙ με τη δουλειά, που ΤΡΕΛΑΙΝΟΝΤΑΙ αν έχουν ένα απόγευμα ελέυθερο, που ΣΙΧΑΙΝΟΝΤΑΙ το Σαββατοκύριακο γιατί νιώθουν έξω απ’τα νερά τους, χωρίς κατ’ανάγκη τα δωδεκάωρα και βάλε εργασίας να αμείβονται με εξ’ίσου ικανοποιητικά χρήματα. Και θέλω να μου εξηγήσεις αγαπητέ αναγνώστη, ΠΩΣ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ γίνεται αυτό??? Δεν κουράζονται? Δε θέλουν να πάμε μια βόλτα στα μαγαζιά? Πότε μαγειρεύουν και πότε καθαρίζουν το σπίτι τους? Πότε πηγαίνουν σούπερ-μάρκετ? Πότε πλένουν και πότε σιδερώνουν? Αποκλείεται να είναι όλοι απο’κείνους τους σιχαμένους κωλόφαρδους που με τρεις ώρες ύπνο την ημέρα είναι πάντα φρέσκιοι και ορεξάτοι να ριχτούν στη δουλειά! Γιατί δεν είναι πτώματα? Γιατί δεν αγανακτούν? Γιατί δε νιώθουν την ανάγκη να κάνουν κάτι άλλο?

Εννοείται πως εγώ δεν είμαι τίποτα απ’όλα αυτά. Τα χειμωνιάτικα βρίσκονται ακόμη στη θεσούλα τους και τα καλοκαιρινά σε σακούλες από τις οποίες βουτάω ότι βρώ μπροστά μου. Αν ένας μπάτσος έβλεπε τυχαία το δωμάτιό μου αμέσως θα έψαχνε για αποτυπώματα του δράστη του μακελειού. ΠΛΗΡΩΣΑ γυναίκα για να σιδερώσει τα καλοκαιρινά που λέγαμε κι δε ντρέπομαι καθόλου. ΠΛΗΡΩΣΑ και κομμώτρια να έρθει Κυριακή βράδυ στο σπίτι μετά τη δουλειά και να μπογιατίσει το φουντωτό χάος που θα μ’έστελνε πιθανότατα στο θάνατο όταν θα μ’έπαιρνε ο ύπνος στη μπανιέρα περιμένοντας να πιάσει η βαφή και βουλιάζοντας αργά-αργά στο αφρόλουτρο. Νομίζω πως έχω πάθει υπερκόπωση και πως αν δεν ήξερα πως σε μερικές μέρες τελειώνουν όλα θα τα είχα παρατήσει και θα πήγαινα στο χωριό μου να παντρευτώ τον πιστό συγχωριανό και να πήζω τυρί με μεγάλη ευχαρίστηση ένα πενταωράκι την ημέρα.

«Δεν έχω πάντα τόση δουλειά», μου ομολογεί η Μ. «Απλώς βαριέμαι να πάω σπίτι. Τι να κάνω μόνη μου? Τρώω στο γραφείο, σερφάρω όταν τελειώσει η δουλειά, μιλάω με τους υπόλοιπους, μια χαρά!»
( Α χα! Άρα, δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να μένουν μέχρι τόσο αργά…)
«Ξέρεις τι γίνεται σπίτι με τα μωρά να σκούζουν και τη μάνα μου με την πεθερά μου μόνιμες??? Της πουτάνας! Γραφείο και πάλι γραφείο!»
(Α χα number two!)
«Απολύσανε έναν και προσφέρθηκα ν’αναλάβω εγώ τη δουλειά του! Δε με νοιάζει και να μην πληρώνομαι υπερωρίες, έ, αντί για τις 7 θα φεύγω κατά τις 10 το βράδυ! Θα κάνω και καλή εντύπωση!»
(Από κάτι τέτοιους παπάρες σαν κι εσένα χάλασε η πιάτσα I think…)
«Αν βλέπουν πως είμαι παραγωγικός και δεν έχω προσωπική ζωή αφού κάθομαι μέχρι και τις 12 το βράδυ δε μπορεί, κάποτε μπορεί να μου προτείνουν να γίνω συνέταιρος! Το κακό είναι πως ο μισθός μου δε φτάνει για δάνειο…»
(Και το μυαλό σου δε φτάνει την τρίχρονη ανηψιά μου επίσης…)

Ιδού λοιπόν. Δύο κατηγορίες. Οι μεν κοντεύουν να ψοφήσουν η ν’αρχίσουν τις κόκκες για ν’αντέξουν, οι δε γουστάρουν. Οι μεν ονειρεύονται τη μέρα που θα δουλέψουν οχτάωρο, οι δε τη μέρα που οι τζάμπα κόποι τους θ’ανταμειφθούν. Οι μεν ονειρεύονται σκασιαρχείο μία καθημερινή και φραπεδάκι στον ήλιο, οι δε φρικάρουν και μόνο στην ιδέα πως θ’αφιερώσουν χαμένη ώρα σε κάτι που δεν έχει σχέση με την «καριέρα» τους.

Όσο για μένα? Δηλώνω υπεύθυνα πως αν κάποτε αναγκαστώ , κάτι που φαίνεται πολύ πιθανόν, να δουλεύω δεκαπέντε ώρες την ημέρα για λεφτά της πλάκας, θα μπω στην παρανομία χωρίς καμία τύψη. Θα πουλάω ναρκωτικά, θα γίνω βίζιτα, δεν ξέρω τι άλλο, αλλά τα νεύρα μου κάπου θα ξεσπάσουν. Πιθανόν ν’αρχίσω κι εγώ ν’απαγάγω κυρίους. Σαν αυτόν της φωτογραφίας. Κάτι σαν τους εργοδότες της πρώτης ομάδας φίλων. Το πιο λογικό βέβαια, πράγμα που αποτελεί και τ’όνειρο ζωής μου, είναι να γίνω κάποια σαν τους εργοδότες της δεύτερης ομάδας φίλων. Να εκμεταλλεύομαι κορόιδα που γουστάρουν τη σκλαβιά. Τι ευτυχία! Και αυτοί θα κάνουν το χόμπι τους και εγώ θα τα’κονομάω! Γιατί με τη μεριά τους μάλλον δε θα συνταχτώ ποτέ…