
-«Όσο πάει και χειροτερεύει, εξηγώ στην παρέα χτές το βράδυ που για μια ακόμη φορά συζητάμε για τους γονείς μας…( μου φαίνεται πως τον τελευταίο καιρό περισσότερο ασχολούμαστε εμείς μ’εκείνους παρά εκείνοι με μας! ).
Δε θυμάται πλέον ούτε τι έφαγε το μεσημέρι. Πως την παλεύει γαμώτο μου ΟΛΗ ΜΕΡΑ πάνω σ’έναν καναπέ??? Και ΟΛΗ ΜΕΡΑ τηλεόραση?? Κι άλλοι πήραν σύνταξη, δεν κάνανε έτσι! Αυτός σε λίγο δε θα θυμάται τι έφαγε το μεσημέρι! Γι αυτό πρέπει οι γυναίκες να παντρεύονται μικρότερους, καταλήγω θριαμβευτικά, γιατί εσείς άπαξ και πάρετε σύνταξη τελειώσατε κι εμείς οι κακομοίρες κινδυνεύουμε από βαθιά κατάθλιψη δίπλα σας!»
-Ο δικός μου δε σηκώνει πιά το τηλέφωνο, πετάγεται ο Δ.
-Γιατί?
-Γιατί είναι σίγουρος πως δεν πρόκειται να είναι γι’ αυτόν, ποιος ο λόγος λοιπόν, χα χα!
-Ο δικός μου λέει ακόμη τη Μαργαρίτα «Νάντια», μονολογεί ο Σ., όπου Μαργαρίτα η νύν και Νάντια η πρώην που τα έχουν χαλάσει από το ’99…
-Παιδιά δεν πάτε κόντρα, συνεχίζει συλλογισμένη η Μ…o δικός μου έχει αρχίσει και μιλάει στην τηλεόραση, στο κουτί, you know…και μου φαίνεται πως δεν έχουμε δεί ακόμη τα χειρότερα!
-Τα έχει δεί ο Σωτήρης, πετάγεται ο Δ, από τότε που πήρε σύνταξη, η μάλλον συνταξάρα, ο πατέρας του δεν τους έχει αφήσει σε χλωρό κλαρί…Έχει πάθει κατάθλιψη και αγχώνεται πως θα ψοφήσουν όλοι από την πείνα! Χωρίς λόγο! Κι όταν του πούνε τίποτα τους αγριοκοιτάζει και ουρλιάζει «Μα καλά, που ζείτε? Σε λίγο θ’αρχίσουν οι Έλληνες να κόβουν το κρέας, σε λίγο ακόμα το τυρί, έ, έρχεται όπου να’ναι και το ψωμί!» Και έχουν ψοφήσει στο κρύο, δεν τους άφησε ν’ανάψουν καλοριφέρ ούτε για πέντε λεπτά στο τρελόκρυο! Ο Σωτήρης ορκίζεται πως στάνταρ βρίσκεται εν αγνοία του στο second life αλλά όχι το ψηφιακό, εκείνο του Αυτιά!
Δε θυμάται πλέον ούτε τι έφαγε το μεσημέρι. Πως την παλεύει γαμώτο μου ΟΛΗ ΜΕΡΑ πάνω σ’έναν καναπέ??? Και ΟΛΗ ΜΕΡΑ τηλεόραση?? Κι άλλοι πήραν σύνταξη, δεν κάνανε έτσι! Αυτός σε λίγο δε θα θυμάται τι έφαγε το μεσημέρι! Γι αυτό πρέπει οι γυναίκες να παντρεύονται μικρότερους, καταλήγω θριαμβευτικά, γιατί εσείς άπαξ και πάρετε σύνταξη τελειώσατε κι εμείς οι κακομοίρες κινδυνεύουμε από βαθιά κατάθλιψη δίπλα σας!»
-Ο δικός μου δε σηκώνει πιά το τηλέφωνο, πετάγεται ο Δ.
-Γιατί?
-Γιατί είναι σίγουρος πως δεν πρόκειται να είναι γι’ αυτόν, ποιος ο λόγος λοιπόν, χα χα!
-Ο δικός μου λέει ακόμη τη Μαργαρίτα «Νάντια», μονολογεί ο Σ., όπου Μαργαρίτα η νύν και Νάντια η πρώην που τα έχουν χαλάσει από το ’99…
-Παιδιά δεν πάτε κόντρα, συνεχίζει συλλογισμένη η Μ…o δικός μου έχει αρχίσει και μιλάει στην τηλεόραση, στο κουτί, you know…και μου φαίνεται πως δεν έχουμε δεί ακόμη τα χειρότερα!
-Τα έχει δεί ο Σωτήρης, πετάγεται ο Δ, από τότε που πήρε σύνταξη, η μάλλον συνταξάρα, ο πατέρας του δεν τους έχει αφήσει σε χλωρό κλαρί…Έχει πάθει κατάθλιψη και αγχώνεται πως θα ψοφήσουν όλοι από την πείνα! Χωρίς λόγο! Κι όταν του πούνε τίποτα τους αγριοκοιτάζει και ουρλιάζει «Μα καλά, που ζείτε? Σε λίγο θ’αρχίσουν οι Έλληνες να κόβουν το κρέας, σε λίγο ακόμα το τυρί, έ, έρχεται όπου να’ναι και το ψωμί!» Και έχουν ψοφήσει στο κρύο, δεν τους άφησε ν’ανάψουν καλοριφέρ ούτε για πέντε λεπτά στο τρελόκρυο! Ο Σωτήρης ορκίζεται πως στάνταρ βρίσκεται εν αγνοία του στο second life αλλά όχι το ψηφιακό, εκείνο του Αυτιά!
- Φίλε ο Σωτήρης δεν έχει δεί ακόμη τίποτα να ξέρεις, συνεχίζει ο Δ. Ο δικός μου είχε να μιλήσει ή να κάνει κάτι ένα μήνα, η μάνα μου τα’παιξε και για να τον κινητοποιήσει του έμαθε να λύνει sudoku…έχει πάθει εξάρτηση λέμε, έχει αγοράσει από τότε χιλιάδες τόμους και δεν το αποχωρίζεται ούτε 5 λεπτά. Σεισμός έγινε κι εκείνος είπε «Α, κούνησε» και συνέχισε να λύνει!
-Η μάνα μου τον απείλησε πως αν δεν πάει σε ψυχολόγο θα τον χωρίσει…αναστενάζει η Μ. Κι αυτός πήγε, η ψυχολόγος του είπε να βλέπει τους φίλους του και να βρεί νέα ενδιαφέροντα, κι εκείνος τη σκυλόβρισε και της απάντησε πως τους φίλους του τους έχει βαρεθεί γιατί τους βλέπει εδώ και πενήντα χρόνια, άσε που δε θέλει να μαθαίνει νέα από τους γνωστούς του γιατί η για θανατικά η για αρρώστια θα’ναι και πως δεν είναι δεκαπέντε χρονών για να βρει ενδιαφέροντα, μια χαρά είναι με την τηλεορασούλα του αλλά βαριέται τη ζωή του και δε θέλει να του τα πρήζουν!
-Εγώ ρε παιδιά (εγώ είμαι αυτή!), αναρωτιέμαι ώρες ώρες αν το μυαλό του έχει γίνει πιλάφι, μα το Θεό! Ευτυχώς δηλαδή που όταν τον βλέπω και ΟΤΑΝ το πάρει απόφαση και ανοίξει το στόμα του πετάει κάτι τρισμέγιστες ατάκες που σου πιστοποιούν πως υπάρχει ακόμη εκείνος ο άνθρωπος που ήξερες…μα τι παθαίνουν επιτέλους? Αν μου έλεγε κάποιος πριν 15 χρόνια πως ο μπαμπάς μου θα καταντήσει ένα άβουλο πλασματάκι καλωδιωμένο στον καναπέ και αμίλητο θα εβαζα τα γέλια.
Και ΕΧΕΙ ενδιαφέροντα, πάντα είχε…κι άμα θέλει και αρχίσει τις αναλύσεις νομίζεις πως βρυκολάκιασε ο Λυσίας! Αλλά μέχρι εκεί, όταν αναχωρήσει το θεματάκι, μπλούμ στη νιρβάνα και φύγαμε! Τι παθαίνουν, μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος?
-Να είστε έτοιμοι, συμπληρώνει ο Σ. κατεβάζοντας το σφηνάκι του, όπου να’ναι θα κόψουν και την οδήγηση..Ο δικός μου μας το δήλωσε προχτές. Γέρασε και φοβάται να μην πάρει κανέναν στο λαιμό του…η μάνα μου είναι να πέσει να πεθάνει από τη στενοχώρια της, ώρα είναι να κόψουν και το χωριό…
-Μήπως το χωριό είναι η λύση??? Αναρωτιέται η Μ…
-Χα! Καλό! Γελάει ο Δ. Και οι δικοί μου επαρχία δεν είναι? Τι μ’αυτό? Σα ρομπότ ζει ο πατέρας μου, το απόγευμά του στο καφενείο είναι χειρότερο από τη μέρα της μαρμόττας, το παραδέχεται κι ο ίδιος, αλλά δεν έχει ο κακομοίρης που αλλού να πάει…
Ούφ…αναστενάζουμε ομαδικώς., παραγγέλνουμε το δεύτερο ποτό κι εγώ συνεχίζω ν’αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν ο μπαμπάς μου να μη θυμάται ΠΟΤΕ πως σιχαίνομαι τη φέτα…
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά ο μπαμπάς μου, θα σας πώ πολλά άλλα για εκείνον την επόμενη φορά! Τώρα δε μπορώ, κρυφακούνε τα παιδιά, καληνυχτούδια σε όλους και για πείτε κι εσείς, τί παθαίνουν? Γιατρεύτηκε κανείς? Ποιό είναι το γιατρικό? Μην ακούσω μόνο "εγγονάκια" γιατί θα φάτε blogοξυλο!


